χιόνι
Ορισμοί
- καιρικό φαινόμενο κατά στο οποίο οι υδρατμοί της ατμόσφαιρας κρυσταλλοποιούνται από το κρύο και πέφτουν στη γη με τη μορφή νιφάδων
-
οι ίδιες οι νιφάδες και το στρώμα που σχηματίζουν στη γη figuratively
-
οι μικρές λευκές κουκκίδες που εμφανίζονται στην τηλεόραση λόγω κακής μετάδοσης ή λήψης του τηλεοπτικού σήματος figuratively
-
σαν το χιόνι adjective, figuratively
-
κάτασπρος, ολόλευκος adjective, figuratively
-
πολύ κρύος, παγωμένος adjective, figuratively
Ισοδύναμα
47 more languages
Afrikaanssneeu
العربيةثلج
Българскисняг
Bosanskisnijeg
Dansksne
Esperantoneĝo
Eestilumi
Euskaraelur
فارسیبرف
Gàidhligsneachda
Galegoneve
हिन्दीहिमपात
Hrvatskisnijeg
Bahasa Indonesiasalju
Íslenskasnjór
Italianoneve
한국어눈
Kurdîberf
Latinanix
Lietuviųsniegas
Latviešusniegs
Bahasa Melayusalju
Polskiśnieg
Slovenčinasneh
Slovenščinasneg
Српскиснег
Kiswahilitheluji
Тоҷикӣбарф
ไทยหิมะ
Türkçekar
Українськасніг
Παραδείγματα
“Χιόνια έρχονται από το βορρά τις επόμενες μέρες.”
“Το χιόνι κάλυψε τα πάντα μέσα σε μια νύχτα.”
“παράσιτα”
“δε βλέπω τίποτα στην οθόνη! Έχει γεμίσει χιόνια.”
“τα μαλλιά της έγιναν χιόνι”
“Το καινούργιο πλυντήριο βγάζει τα ρούχα χιόνι.”
“Πρέπει να μπεις μέσα, θα γίνεις χιόνι.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free