Meaning of κυνηγός | Babel Free
/ci.ni.ˈɣos/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Κυνηγού)
- αυτός που ασχολείται με το κυνήγι, ο θηρευτής (η λέξη οφείλει το σχηματισμό της στο ότι το κυνήγι συνήθως γίνεται με σκύλους)
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- ο επιθετικός παίκτης σε ομαδικό άθλημα όπως στο ποδόσφαιρο
Παραδείγματα
“※ Mία ή δύο σκανδάλες στα δίκαννα όπλα; Πρόκειται για ένα συχνό δίλημμα όταν πρόκειται κανείς να διαλέξει πλαγιόκαννο ή σουπερποζέ, καθώς η κάθε επιλογή έχει και τους υποστηριχτές της στις τάξεις των κυνηγών. Είναι γεγονός ότι ο δισκάνδαλος μηχανισμός έχει συνυφανθεί με το πλαγιόκαννο, ενώ ο μονοσκάνδαλος με το σουπερποζέ (Πόσες σκανδάλες σε ένα δίκαννο…, Κυνηγεσία, 20/01/2021 https://www.kynigesia.gr/opla-vlitiki/poses-skandales-se-ena-dikanno/)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.