Meaning of κεφάλαιο | Babel Free
/ce.faˈle.o/Ορισμοί
- μεγάλη ενότητα ενός βιβλίου
- το σύμβολο του γράμματος που έχει μεγάλο ύψος για τη μεγαλογράμματη γραφή
- οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο (κτίρια, μηχανές, γη) ενσωματώνεται στην παραγωγική διαδικασία
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“αρχικό κεφάλαιο”
principal, initial investment
“(μεταφορικά) σημαντικό τμήμα μιας συζήτησης ή μιας ζωής”
“τα χρήματα ή τίτλοι (μετοχές, ομόλογα) που διαθέτει κάποιος”
“(κοινωνιολογία) η κοινωνική τάξη των κεφαλαιοκρατών”
“ελληνικό αλφάβητο: 24 ελληνικά κεφαλαία γράμματα: Α, Β, Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, Θ, Ι, Κ, Λ, Μ, Ν, Ξ, Ο, Π, Ρ, Σ, Τ, Υ, Φ, Χ, Ψ, Ω”
“λατινικό αλφάβητο: 26 σύγχρονα λατινικά κεφαλαία γράμματα: A, B, C, D, E, F, G, H, I, J, K, L, M, N, O, P, Q, R, S, T, U, V, W, X, Y, Z”
“κυριλλικό αλφάβητο: 33 κεφαλαία γράμματα του ρωσικού αλφαβήτου: А, Б, В, Г, Д, Е, Ё, Ж, З, И, Й, К, Л,М, Н, О, П, Р, С, Т, У, Ф, Х, Ц, Ч, Ш, Щ, Ъ, Ы, Ь, Э, Ю, Я”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.