Meaning of κεφαλαιοκράτης | Babel Free
/ce.fa.le.oˈkɾa.tis/Ορισμοί
- αυτός που κατέχει (μεγάλα) κεφάλαια και (σε καπιταλιστικά πλαίσια) προσπαθεί να τα διατηρήσει ή να τα αυξήσει
- οπαδός και υπέρμαχος του καπιταλιστικού συστήματος, της κεφαλαιοκρατίας
Ισοδύναμα
English
capitalist
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.