ύφος
Ορισμοί
- ο τόνος της φωνής και η έκφραση του προσώπου που δείχνουν την ψυχική διάθεση
-
το υπεροπτικό ή σπουδαιοφανές στοιχείο στη συμπεριφορά ενός ανθρώπου especially
- ο προσωπικός τρόπος με τον οποίο κάποιος γράφει ή μιλάει
- η επιλογή του τρόπου γραφής ή ομιλίας ανάλογα με την περίσταση, με το περιβάλλον, το περικείμενο
Ισοδύναμα
44 more languages
Azərbaycan dilijanr
Catalàgènere
Danskgenre
Eestižanr
فارسیژانر
Galegoxénero
हिन्दीविधा
Magyarműfaj
Հայերենժանր
Bahasa Indonesialahir
Italianoariaatteggiamentoceraespressionegenerelinguaggiomimicaposturaregistrosfumaturastiletagliotonalitàtonificaretono
ქართულიჟანრი
Қазақ тіліжанр
한국어장르
Lietuviųžanras
Македонскижанр
Românăgen
Shqipzhanër
Türkmençežanr
Türkçeton
Українськажанр
Παραδείγματα
“μου απάντησε με πολύ αυστηρό ύφος”
“Δε μ' αρέσει αυτός ο άνθρωπος. Έχει πολύ ύφος.”
“το ύφος του συγγραφέα είναι απλό αλλά γλαφυρό”
“ανεπίσημο ύφος: «Μιλάτε συχνά στο τηλέφωνο;» επίσημο ύφος: «Ομιλείτε, παρακαλώ!»”
“※ επίσημο, δραματικό, παρωχημένο ύφος: «Γνώριμη είναι η φωνή που ακούεις. Γνωρίζεις ποίος σου ομιλεί. Είμαι ο Μακάριος.» (ραδιοφωνικό μήνυμα του Μακάριου, Ιούλιος 1974)”
“Υφολογικές κατηγορίες στο Βικιλεξικό”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free