Meaning of τόνος | Babel Free
/ˈtonos/Ορισμοί
- ο βαθμός ύψωσης ή έντασης της φωνής
- η έκφραση της φωνής, η χροιά της φωνής
-
βαθμός έντασης, η ατμόσφαιρα σε ένα περιβάλλον figuratively
- σημείο για τον τονισμό των λέξεων
- ο βαθμός έντασης του χρώματος, η διαβάθμιση του φωτός και της σκιάς
- ψάρι που ανήκει στην οικογένεια των Σκομβριδών (Scombridae), κυρίως του γένους Θύννος (Thunnus)
- μονάδα μέτρησης βάρους που αντιστοιχεί σε: «αγγλικός τόννος» 1.016 χιλιόγραμμα και «γαλλικός τόννος» 1.000 χιλιόγραμμα
- μέτρο χωρητικότητας των πλοίων, που αντιστοιχεί σε όγκο 2,83 κυβ. μέτρων
- δυναμικότητα φορτηγού αυτοκινήτου σε βάρος φορτίου
-
για να δηλωθεί αόριστα μια πολύ μεγάλη ποσότητα figuratively
- η απόσταση μεταξύ δύο διαδοχικών φθόγγων που διαιρείται σε δύο ημιτόνια
- δίπλοκο σχοινί που αποτελείται από τρία ή τέσσερα συνεστραμμένα μονόπλοκα και χρησιμεύει για ρυμούλκηση
- ηλεκτρικός παλμός
- ηχητικός παλμός σύντομης διάρκειας
- ηλεκτρικός παλμός που διαδίδεται μέσω νεύρων
- η φυσιολογική ελαστικότητα των ζωντανών ιστών, η τονικότητα
- η πίεση που ασκείται στα τοιχώματα του βολβού του οφθαλμού από τα υγρά που περιέχει
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“οξύς, ψηλός, βαθύς τόνος”
“μελοδραματικός τόνος”
“συναισθηματικός τόνος”
“οι τόνοι είναι τρεις: οξεία, βαρεία και περισπωμένη”
“άλλη γραφή: τόννος”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.