μπάσκετ
Ορισμοί
αθλητικό παιχνίδι ανάμεσα σε δύο ομάδες των πέντε παικτών, που πρέπει, χρησιμοποιώντας κυρίως τα χέρια και την τρίπλα να περάσουν μια μπάλα στο στόχο του αντιπάλου που είναι ένα υπερυψωμένο καλάθι
Ισοδύναμα
Englishbasketball
17 more languages
DeutschBasketball
Ελληνικάστεφάνη
Esperantokorbopilkado
Galegobaloncestístico
Italianopallacanestro
日本語バスケットボール
한국어농구
Nederlandsbasketbal
Türkçebasketbol
Tiếng Việtbóng rổ
中文籃球
繁體中文籃球
Παραδείγματα
“(the formal term), μπάσκετ-μπολ f (básket-bol) (not common)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free