Meaning of στεφάνη | Babel Free
/steˈfa.ni/Ορισμοί
- αντικείμενο που μοιάζει με στεφάνι
- το μεταλλικό κυκλικό μέρος της μπασκέτας απ' όπου κρέμεται το δίχτυ
- γυναικείο επώνυμο
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- γυναικείο όνομα
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Στεφανής
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Στεφανής accusative, genitive, singular, vocative
- εξωτερικό τμήμα του φωτεινού δακτυλίου γύρω από τον ήλιο ή από τη σελήνη κατά την ολική έκλειψη]
- το σύνολο των πετάλων ενός λουλουδιού
- η επιφάνεια που βρίσκεται μεταξύ δύο άνισων ομόκεντρων περιφερειών
- το τμήμα του δοντιού που εξέχει από τα ούλα
- συνώνυμο του κορόνα
Παραδείγματα
“※ Η δε Στεφανή, εις θείας νενυμφευμένης ει Χαρέντην, την παραθαλασσίαν, εις την επαρχίαν Εσνάνδην. (Εστία, τόμος 9, 1880, σελ. 394 https://books.google.gr/books?id=R986AQAAMAAJ&dq=%22%CE%A3%CF%84%CE%B5%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%AE%22&pg=PA394#v=onepage&q=%22%CE%A3%CF%84%CE%B5%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%AE%22&f=false)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.