Meaning of κορώνα | Babel Free
/koˈɾo.na/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- ετυμολογική γραφή όπως στα αρχαία ελληνικά του κορόνα
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Κορώνας
- κορυφή βουνού της Αττικής στο όρος Πατέρας
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.