HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κορωναϊός

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B2
ko.ɾoˈne.os

Ορισμοί

  1. άλλη γραφή του κοροναϊός, μορφής του κορονοϊός
  2. αυτός που κατάγεται από την Κορώνη ή κατοικεί εκεί
    demonym
  3. ανδρικό επώνυμο

Παραδείγματα

“※ Κορωναϊός: Κάμερες σκανάρουν και στους δρόμους όσους έχουν έστω και λίγο πυρετό (* εφημερίδα Τα Νέα 2020.02.07.)”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κορωναϊός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free