Meaning of κορωναϊός | Babel Free
/ko.ɾoˈne.os/Ορισμοί
- άλλη γραφή του κοροναϊός, μορφής του κορονοϊός
-
αυτός που κατάγεται από την Κορώνη ή κατοικεί εκεί demonym
- ανδρικό επώνυμο
Παραδείγματα
“※ Κορωναϊός: Κάμερες σκανάρουν και στους δρόμους όσους έχουν έστω και λίγο πυρετό (* εφημερίδα Τα Νέα 2020.02.07.)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.