Meaning of στέμμα | Babel Free
/ˈste.ma/Ορισμοί
- το διάδημα που φοράει ένας μονάρχης ως σύμβολο της εξουσίας του
- η βασιλική εξουσία, ως θεσμός και φορέας
- το εξωτερικό τμήμα της ατμόσφαιρας του ήλιου και άλλων άστρων που αποτελείται από πλάσμα
- ένδειξη νίκης
- σχεδιάγραμμα που αναφέρεται στην προέλευση και στις σχέσεις μεταξύ των διαφορετικών χειρογράφων ενός αρχαίου κειμένου
Παραδείγματα
“αυτά τα κτήματα είναι ιδιοκτησία του Στέμματος”
“※ Τελικὰ τὸ Συμβούλιο τοῦ Στέμματος πραγματοποιήθηκε στὴν καθορισμένη ἡμερομηνία. (Νίκος Ψυρούκης, Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδος, 1940-1967, τόμος 3, 1976, σελ. 339)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.