Σημασία του αγωγή | Babel Free
aɣoˈʝiΟρισμοί
- διαδικασία απόκτησης τρόπων συμπεριφοράς, μετάδοσης αξιών, ιδανικών κ.λπ., που έχει ως στόχο τη διαμόρφωση του χαρακτήρα
-
εκπαίδευση figuratively
- συστηματική μέθοδος, σύνολο από κανόνες, ενέργειες και δραστηριότητες (που ακολουθούν μια διάγνωση ή κάποια ιατρική πράξη) για τη θεραπεία ασθένειας, πάθησης, την αποκατάσταση ή τη διατήρηση της υγείας κάποιου
- το τέμπο (ιταλικά tempo), η ταχύτητα στην εκτέλεση ενός μουσικού έργου, πόσο αργά ή γρήγορα πρέπει να το ερμηνεύσουμε
- έγγραφο δικαστικής παρέμβασης για την επίλυση πολιτικού αδικήματος και ταυτόχρονα έννομης αξιώσεως
- η διαδικαστική πράξη με την οποία αρχίζει η προδικασία της δίκης μέχρι και την έκδοση ευνοϊκής απόφασης
- ένδικο μέσο για την απαίτηση χρηματικής ικανοποίησης
-
η διαδικασία κατάθεσης της αγωγής figuratively
- το φαινόμενο της μετάδοσης θερμότητας μέσα σε ένα σώμα όπως σε μία μεταλλική ράβδο
Ισοδύναμα
Български
управление
Català
règim
Ελληνικά
σχήμα
English
action
Conduction
discipline
education
knowledge
lawsuit
lawsuit
medicine
regimen
training
treatment
Upbringing
فارسی
هدایت
Français
allure
alluré
conduction
éducation
plainte
plainte
poursuite judiciaire
procédure
Régime
tempo
traitement
Bahasa Indonesia
regimen
한국어
전도
Kurdî
action
Latina
diaeta
Bahasa Melayu
konduksi
中文
立案
ZH-TW
立案
Παραδείγματα
“σχολικό μάθημα ολυμπιακής αγωγής”
“προσχολική αγωγή, μουσική αγωγή, σωματική αγωγή”
“Θα χρειαστεί μια συντηρητική φαρμακευτική αγωγή που μαζί με ελαφριά άσκηση και ειδική δίαιτα θα λύσει το πρόβλημα.”
“H ρυθμική αγωγή ενός μουσικού έργου ορίζεται συνήθως με ιταλικούς όρους, όπως allegro, andante.”
“Ο ρυθμός 3/4 (τρία τέταρτα) του βαλς μπορεί να έχει γρήγορη ρυθμική αγωγή ή πιο αργή και μεγαλόπρεπη.”
“Η αγωγή ταυτίζεται και με την αξίωση προστασίας νομίμου δικαιώματος, διακρινόμενη έτσι α) σε προσωπική αγωγή και β) σε πραγματική ή απρόσωπη.”
“→ χρειάζεται παράδειγμα”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free