Meaning of εμπόδιο | Babel Free
/emˈboðio/Ορισμοί
- καθετί που με φυσικό ή τεχνητό τρόπο δυσχεραίνει ή κάνει αδύνατη μια πορεία προς ορισμένη κατεύθυνση
-
τεχνητό φράγμα που τοποθετείται σε τακτές αποστάσεις και πάνω από αυτό πηδούν οι αθλητές δρόμων ταχύτητας especially
-
οτιδήποτε εμποδίζει figuratively
Παραδείγματα
“Ο δρόμος είναι γεμάτος εμπόδια λόγω κατολισθήσεων.”
The road is full of obstructions due to landslides.
“Είσαι πιο πολύ εμπόδιο παρά βοήθεια.”
You're more of a hindrance than a help.
“δρόμος μετ’ εμποδίων”
obstacle course
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.