πίνακας
Ορισμοί
- ανδρικό όνομα
-
γενική ενικού του πινάκα genitive, singular
- μεγάλη επίπεδη (συνήθως) ξύλινη επιφάνεια
- ανδρικό επώνυμο
-
μεγάλη ορθογώνια επιφάνεια με ειδική επίστρωση ώστε να μπορεί εύκολα να γράφει κάποιος με κιμωλία ή μαρκαδόρο, ανάλογα την επίστρωση, αλλά και να σβήσει ότι έγραψε εύκολα που συνήθως χρησιμοποιείται σε σχολεία ή άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα, αίθουσες διαλλέξεων κλπ. ή απλά σε ευδιάκριτα σημεία εσωτερικών χώρων especially
- έργο ζωγραφικής
- κατάλογος στοιχείων ή πληροφοριών διατεταγμένων σε γραμμές και στήλες
- προκαθορισμένη διάταξη αριθμών ή άλλων μαθηματικών αντικειμένων σε γραμμές και στήλες στην οποία στην κάθε θέση που ορίζεται απο την τομή μίας γραμμής και μίας στήλης αντιστοιχίζεται ένας μόνο αριθμός ή αντικείμενο
- ειδική δομή αποθήκευσης ομοειδών στοιχείων με μία προκαθορισμένη διάταξη η οποία υπακούει σε ένα κανόνα αρίθμησης κατά τον οποίον αντιστοιχείται ένας μοναδικός συνδυασμός ακεραίων αριθμών στην κάθε θέση της δομής και αναλόγως τον αριθμό των ακεραίων που αποτελούν τον κάθε συνδυασμό μιλάμε για μονοδιάστατο, δισδιάστατο, τρισδιάστατο κλπ. πίνακα και, γενικά, για τη διάσταση του πίνακα
- στις σχεσιακές βάσεις δεδομένων: ειδική δομή αποθήκευσης δεδομένων στην οποία καταχωρίζονται τα δεδομένα σε γραμμές (εγγραφές) και στήλες (η κάθε μία από τις τελευταίες έχει μοναδική ονομασία και αποτελούν τα πεδία των γραμμών-εγγραφών) ούτως ώστε στην κάθε στήλη να καταχωρίζονται δεδομένα του ιδίου τύπου (data type)
Ισοδύναμα
37 more languages
Catalàmatriu
DeutschArmaturenbrettArrayauskleidenbildBlendeDatenfeldGemäldeGremiumImagoIndexInhaltsverzeichnisMalereimalerischMatrixMatrizeNutzenPanelPeriodensystemReihungSchalttafelTabelleTafeltafelnverkleidenVerzeichnis
Esperantomatrico
עבריתטבלה
हिन्दीआव्यूह
Italianoapparatoarrayassortimentogammalavagnamatricemuropannellopitturaquadroriquadroschieraverniciaturavettore
ქართულიმატრიცა
Қазақ тіліматрица
ភាសាខ្មែរម៉ាទ្រីស
한국어행렬
Македонскиматрица
Bahasa Melayumatriks
Nederlandsafgebeeldboardborddoekinstrumentenbordmatrixpaneelschilderijschilderkunstschilderstukschoolbord
Polskiformowaćgamamacierzmalarskimalarstwomalowaniematrixmatrycaobijaćoblecoblekaćobrazobraźodziaćodziewaćpanelprzyoblecprzyoblekaćszeregszyktablicauformowaćuszykować
Românămatrice
Slovenčinamatica
Svenskamatris
Tagalogbaskagan
中文黑板
繁體中文黑板
Παραδείγματα
“υπάρχει ειδικός πίνακας για την αφισοκόλληση”
“με κάλεσε ο καθηγητής στον πίνακα”
“η Τζοκόντα είναι ένας πασίγνωστος πίνακας”
“στον παρακάτω πίνακα φαίνονται οι σχετικοί αριθμοί”
“αντί να χάνεις το χρόνο σου, ψάξε στον πίνακα των περιεχομένων”
“Δείτε επίσης: μονοδιάστατος πίνακας”
“Η πληροφορία που θέλουμε να αποθηκεύσουμε στη βάση δεδομένων δομείται σε μια συλλογή πινάκων.”
“Συνώνυμα στη θεωρία της επιστήμης των υπολογιστών: οντότητα (entity), σχέση (relation)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free