HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κώλος

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B2 Standard
[ˈkolos]

Ορισμοί

  1. ο πισινός, τα οπίσθια ανθρώπου
  2. το μέρος του ρούχου που αντιστοιχεί στα οπίσθια
    figuratively
  3. ο πρωκτός
    singular
  4. το πίσω ή κάτω μέρος ενός αντικειμένου
    figuratively
  5. ο πυθμένας, ο πάτος αγγείου, δοχείου, καλαθιού
    figuratively
  6. υποτιμητικός χαρακτηρισμός
    offensive, vulgar

Ισοδύναμα

27 more languages

Παραδείγματα

“Μπήκε μια κάμερα στον κώλο του για να κάνει εξέταση.”

A camera went up his bumhole to examine.

“Φόρεσε κάτι πιο σεμνό, φαίνεται ο κώλος σου.”

Wear something more modest, your arse is showing.

“Ο κώλος του παντελονιού θέλει ράψιμο.”

The seat of the trousers needs stitching.

“ο κώλος της βελόνας”

the eye of a needle

Του έδωσα μια ξυλιά στον κώλο.”
“Σκίστηκε ο κώλος του παντελονιού.”
“έχω φαγούρα στον κώλο.”
“ο κώλος του αυτοκινήτου, ο κώλος του πλοίου (η πρύμνη), ο κώλος του αυγού”
“Με τόσο φορτίο άνοιξε ο κώλος του καλαθιού.”
“Άντε πνίξου ρε κώλε!”
“※ Οι μάγκες αποκαλούν κωλάδικα εκείνα τα άνοστα κέντρα διασκεδάσεως, όπου παίζουν διάφορες βεντέτες του μπουζουκιού. […] Μέσα σε ελάχιστα χρόνια το κωλάδικο επέβη το κατ' εξοχήν κέντρο διασκεδάσεως των κώλων, τουτέστιν των μπουρζουάδων”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κώλος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free