Meaning of κώλος | Babel Free
/[ˈkolos]/Ορισμοί
- ο πισινός, τα οπίσθια ανθρώπου
-
το μέρος του ρούχου που αντιστοιχεί στα οπίσθια figuratively
-
ο πρωκτός singular
-
το πίσω ή κάτω μέρος ενός αντικειμένου figuratively
-
ο πυθμένας, ο πάτος αγγείου, δοχείου, καλαθιού figuratively
-
υποτιμητικός χαρακτηρισμός offensive, vulgar
Ισοδύναμα
English
Ass
Παραδείγματα
“Μπήκε μια κάμερα στον κώλο του για να κάνει εξέταση.”
A camera went up his bumhole to examine.
“Φόρεσε κάτι πιο σεμνό, φαίνεται ο κώλος σου.”
Wear something more modest, your arse is showing.
“Ο κώλος του παντελονιού θέλει ράψιμο.”
The seat of the trousers needs stitching.
“ο κώλος της βελόνας”
the eye of a needle
“Του έδωσα μια ξυλιά στον κώλο.”
“Σκίστηκε ο κώλος του παντελονιού.”
“έχω φαγούρα στον κώλο.”
“ο κώλος του αυτοκινήτου, ο κώλος του πλοίου (η πρύμνη), ο κώλος του αυγού”
“Με τόσο φορτίο άνοιξε ο κώλος του καλαθιού.”
“Άντε πνίξου ρε κώλε!”
“※ Οι μάγκες αποκαλούν κωλάδικα εκείνα τα άνοστα κέντρα διασκεδάσεως, όπου παίζουν διάφορες βεντέτες του μπουζουκιού. […] Μέσα σε ελάχιστα χρόνια το κωλάδικο επέβη το κατ' εξοχήν κέντρο διασκεδάσεως των κώλων, τουτέστιν των μπουρζουάδων”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.