Meaning of γάϊδαρος | Babel Free
/ˈɣai̯.ða.ɾos/Ορισμοί
- ονομασία νησίδων της Ελλάδας
- κατοικίδιο (και σπανιότερα άγριο) θηλαστικό της οικογένειας του αλόγου, το οποίο χρησιμοποιείται ως υποζύγιο (επιστημονική ονομασία: Equus asinus)
-
άνθρωπος άξεστος, αγενής ή αγνώμων figuratively
Παραδείγματα
“Τι γάιδαρος ήταν ο αδελφός της, που δεν μας είπε ούτε ένα «γεια»!”
What a boor her brother was, he didn't even say "hi" to us!
“※ Στὴ γωνιὰ τοῦ δρόμου στεκότανε ὁ γάιδαρος τοῦ ἀνθοπώλη φορτωμένος μαργαρίτες, βιόλες καὶ σκυλάκια. (Κοσμάς Πολίτης, Eroica, Αθήνα 1937)”
“Δε μου είπε ούτε καλημέρα — τέτοιο γαϊδούρι!”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.