HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of γάϊδαρος | Babel Free

Noun masculine CEFR B2
/ˈɣai̯.ða.ɾos/

Ορισμοί

  1. ονομασία νησίδων της Ελλάδας
  2. κατοικίδιο (και σπανιότερα άγριο) θηλαστικό της οικογένειας του αλόγου, το οποίο χρησιμοποιείται ως υποζύγιο (επιστημονική ονομασία: Equus asinus)
  3. άνθρωπος άξεστος, αγενής ή αγνώμων
    figuratively

Ισοδύναμα

English Ass donkey

Παραδείγματα

“Τι γάιδαρος ήταν ο αδελφός της, που δεν μας είπε ούτε ένα «γεια»!”

What a boor her brother was, he didn't even say "hi" to us!

“※ Στὴ γωνιὰ τοῦ δρόμου στεκότανε ὁ γάιδαρος τοῦ ἀνθοπώλη φορτωμένος μαργαρίτες, βιόλες καὶ σκυλάκια. (Κοσμάς Πολίτης, Eroica, Αθήνα 1937)”
“Δε μου είπε ούτε καλημέρα — τέτοιο γαϊδούρι!”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See γάϊδαρος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course