Meaning of μετρό | Babel Free
/ˈme.tɾo/Ορισμοί
- ηλεκτρικός σιδηρόδρομος κυρίως υπόγειος, όπως ήταν ο πρώτος που δημιουργήθηκε (ο υπόγειος του Λονδίνου, London Underground)
- μετρήσεις
- η βασική μονάδα του μήκους στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων (SI: Système International d'Unités). Ορίζεται ως η απόσταση που διανύει το φως σε 1/299.792.458 του δευτερολέπτου
- ο αριθμός που εκφράζει την ποσότητα ενός φυσικού μεγέθους που μετρήσαμε ή υπολογίσαμε
- το όργανο της μέτρησης μήκους που χρησιμοποιούν κυρίως οι ξυλουργοί και είναι σπαστό
-
κάθε όργανο μέτρησης μήκους που μπορεί να μετρήσει από ένα μέτρο(1) και πάνω general
- το μέτρο είναι μονάδα μέτρησης της απόστασης
- στις τέχνες
- το μέρος μιας μουσικής σύνθεσης που περιέχεται μεταξύ δύο διαστολών (κάθετων προς το πεντάγραμμο γραμμών)
- η αριθμητική έκφραση με τη μορφή κλάσματος που γράφεται στην αρχή ενός κομματιού και μας δίνει την συνολική αξία των φθογγοσήμων που περιέχονται μεταξύ δύο διαστολών. Ο παρονομαστής μας δίνει τη βασική μονάδα του μέτρου (τέταρτα ή όγδοα) και ο αριθμητής τον αριθμό των τετάρτων ή ογδόων που περιέχονται μεταξύ δύο διαστολών
- στην ποίηση, ο συνδυασμός τονισμένων - άτονων συλλαβών (για γλώσσες με δυναμικό τονισμό ή μακρόχρονων - βραχύχρονων (για γλώσσες με μελωδικό τονισμό) σε έναν σταθερά επαναλαμβανόμενο ρυθμό
-
ενέργεια ή εξαγγελία που αποσκοπεί στην αντιμετώπιση ενός προβλήματος figuratively
-
η μέση κατάσταση μεταξύ έλλειψης και υπερβολής figuratively
-
κατά τη διάσταση ή έκταση figuratively
Παραδείγματα
“Η ίντσα είναι μέτρο μήκους.”
An inch is a measure of length.
“ένα μέτρο του ποδιού”
a one-foot ruler
“αντιπλημμυρικά μέτρα”
flood prevention measures
“συντομογραφία: m”
“το μέτρο της ταχύτητας ισούται με ...”
“το ζεϊμπέκικο ακολουθεί μέτρο 9/8”
“τα κύρια ποιητικά μέτρα είναι ο τροχαίος, ο ίαμβος (δισύλλαβα) και τρισύλλαβα, ο ανάπαιστος, ο δάκτυλος και ο αμφίβραχυς ή μεσότονος”
“η κυβέρνηση εξήγγειλε νέα μέτρα για την οικονομία”
“μέτρον άριστον”
“Ήταν δύσκολη κατάσταση. Ανταποκρίθηκα κατά το μέτρο του δυνατού”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.