Σημασία του μίλι | Babel Free
ˈmi.liΟρισμοί
- γυναικείο όνομα
- μονάδα μήκους (απόστασης) στην ξηρά, ίση με 1.609,344 μέτρα
- μονάδα μήκους (απόστασης) στη θάλασσα (το ναυτικό μίλι) ίση με 1.852 μέτρα, σε μέσο βόρειο και νότιο πλάτος.
-
το μίλι αντιστοιχούσε σε 1.800 μέτρα dated
- στον πληθυντικό (μίλια) χρησιμοποιείται αορίστως για τις πολύ μεγάλες αποστάσεις
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Είναι μίλια μακριά, βαριέμαι να περπατήσω μέχρι εκεί”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free