HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μιλιά | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/miˈʎa/

Ορισμοί

  1. γυναικείο όνομα
  2. η ικανότητα να μιλάμε
  3. γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Μίλιας)

Παραδείγματα

“※ Ακούστηκαν πίσω του γυναίκειες μιλιὲς ' κι ἀχνὸ σουσούρισμα ἀπὸ μετάξι (Νίκος Καζαντζάκης, Ο Καπετάν Μιχάλης (Ελευτερία ή Θάνατος), εκδ. Ν. Καζαντζάκη, σελ. 34, 1964)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μιλιά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course