Meaning of μιλιά | Babel Free
/miˈʎa/Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- η ικανότητα να μιλάμε
- γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Μίλιας)
Παραδείγματα
“※ Ακούστηκαν πίσω του γυναίκειες μιλιὲς ' κι ἀχνὸ σουσούρισμα ἀπὸ μετάξι (Νίκος Καζαντζάκης, Ο Καπετάν Μιχάλης (Ελευτερία ή Θάνατος), εκδ. Ν. Καζαντζάκη, σελ. 34, 1964)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.