HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καθυστέρηση | Babel Free

Noun feminine CEFR B2 Frequent
/ka.θiˈste.ɾi.si/

Ορισμοί

  1. το να έχει καθυστερήσει κάποιος ή κάτι, να έχει αργήσει να έρθει ή να γίνει
  2. το να μην έχει έρθει σε μια γυναίκα η περίοδός της στην αναμενόμενη ημερομηνία, κάτι που ίσως σημαίνει ότι έχει μείνει έγκυος
  3. η νοητική υστέρηση, το να μην έχει αναπτυχθεί νοητικά ένα άτομο όπως θα αναμενόταν συγκριτικά με άλλα άτομα της ίδιας ηλικίας
  4. η αργοπορία

Ισοδύναμα

English Latency

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καθυστέρηση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course