HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

σάλτσα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2 Frequent
ˈsal.t͡sa

Ορισμοί

  1. παχύρρευστο μαγειρικό παρασκεύασμα από λάδι, ντομάτα ή κρέμα γάλακτος και άλλα υλικά που περιχύνεται πάνω από φαγητό
  2. σχήματα λόγου και περίτεχνες διατυπώσεις, που χρησιμεύουν ως εισαγωγή και συχνά χρησιμοποιούνται για να εξωραΐσουν μια κατάσταση
    figuratively

Ισοδύναμα

22 more languages
Češtinaomáčkasalsa
Esperantosalsosaŭco
Galegosalsa
עבריתסלסה
ქართულისაწებელი
한국어살사
Kurdîsalsa
Монголсалса
Nederlandsjussaus
Portuguêsmolhosalsa
Svenskasalsa
Türkçesos
Tiếng Việtxốt
中文醬油
繁體中文醬油

Παραδείγματα

“άσε τις πολλές σάλτσες και μπες στην ουσία”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη σάλτσα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free