Meaning of φοβερός | Babel Free
/fo.veˈɾos/Ορισμοί
- που προκαλεί τρόμο ή φόβο, ο τρομακτικός
- πολυ έντονος, που ενοχλεί, ενοχλητικός, απαράδεκτος
- γενικά το υπερβολικό, υπεράνθρωπα κοπιαστικό
- εξαιρετικά καλός, καταπληκτικός
Παραδείγματα
“φοβερό έγκλημα (αυτό που έχει ανατριχιαστικές ή άλλες παραμέτρους που το καθιστούν πιο φρικιαστικό από άλλα εγκλήματα)”
“έκαναν φοβερή φασαρία”
“Κόψ' την επιτέλους αυτή τη φοβερή συνήθεια! (π.χ. όταν κάποιος σκαλίζει δημοσίως τη μύτη του)”
“Αμάν πια! Είσαι φοβερός!!!”
“κατέβαλαν φοβερές προσπάθειες”
“μου έκανε φοβερή εντύπωση”
“Είναι φοβερό άτομο, τέλειο”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.