HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ξένος

Επίθετο θηλυκό CEFR B2 Standard
ˈkse.nos

Ορισμοί

  1. που προέρχεται από άλλο τόπο
  2. που προέρχεται από ή ανήκει σε ή χαρακτηρίζει άλλη χώρα
  3. που δε μου ταιριάζει ή δεν είμαι εξοικειωμένος/εξοικειωμένη μαζί του
  4. που ανήκει σε κάποιον άλλο
  5. για σύνολα που δεν έχουν κοινά στοιχεία μεταξύ τους, που η τομή τους είναι το κενό σύνολο

Ισοδύναμα

31 more languages
العربيةخارجيخلعدخيلفسخ
Българскивъншенчужд
Magyaridegen
日本語ふなれ
Kurdîcizîyad
Latviešusvešs
Românădisjunct
සිංහලපර
Српскиstranстран
Tiếng Việtxa lạ
繁體中文解體陌生

Παραδείγματα

Μου λέτε πώς είναι η αφετηρία των υπεραστικών λεωφορείων, γιατί είμαι ξένη στα μέρη σας;”
“ξένη γλώσσα, ξένα πανεπιστήμια, το ξένο κεφάλαιο”
Μου είναι ξένες αυτές οι συνήθειες.”
Δεν μπορώ να φορέσω ξένα ρούχα.”
“Ο ξένος πόνος δεν πρέπει να μας αφήνει αδιάφορους.”
“τα σύνολα { α, β } και { γ, δ, ε } είναι ξένα σύνολα”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ξένος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free