Meaning of ξένος | Babel Free
/ˈkse.nos/Ορισμοί
- που προέρχεται από άλλο τόπο
- που προέρχεται από ή ανήκει σε ή χαρακτηρίζει άλλη χώρα
- που δε μου ταιριάζει ή δεν είμαι εξοικειωμένος/εξοικειωμένη μαζί του
- που ανήκει σε κάποιον άλλο
- για σύνολα που δεν έχουν κοινά στοιχεία μεταξύ τους, που η τομή τους είναι το κενό σύνολο
Παραδείγματα
“Μου λέτε πώς είναι η αφετηρία των υπεραστικών λεωφορείων, γιατί είμαι ξένη στα μέρη σας;”
“ξένη γλώσσα, ξένα πανεπιστήμια, το ξένο κεφάλαιο”
“Μου είναι ξένες αυτές οι συνήθειες.”
“Δεν μπορώ να φορέσω ξένα ρούχα.”
“Ο ξένος πόνος δεν πρέπει να μας αφήνει αδιάφορους.”
“τα σύνολα { α, β } και { γ, δ, ε } είναι ξένα σύνολα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.