HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ξένος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2 Standard
/ˈkse.nos/

Ορισμοί

  1. που προέρχεται από άλλο τόπο
  2. που προέρχεται από ή ανήκει σε ή χαρακτηρίζει άλλη χώρα
  3. που δε μου ταιριάζει ή δεν είμαι εξοικειωμένος/εξοικειωμένη μαζί του
  4. που ανήκει σε κάποιον άλλο
  5. για σύνολα που δεν έχουν κοινά στοιχεία μεταξύ τους, που η τομή τους είναι το κενό σύνολο

Παραδείγματα

“Μου λέτε πώς είναι η αφετηρία των υπεραστικών λεωφορείων, γιατί είμαι ξένη στα μέρη σας;”
“ξένη γλώσσα, ξένα πανεπιστήμια, το ξένο κεφάλαιο”
“Μου είναι ξένες αυτές οι συνήθειες.”
“Δεν μπορώ να φορέσω ξένα ρούχα.”
“Ο ξένος πόνος δεν πρέπει να μας αφήνει αδιάφορους.”
“τα σύνολα { α, β } και { γ, δ, ε } είναι ξένα σύνολα”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ξένος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course