Σημασία του φίδι | Babel Free
ˈfiðiΟρισμοί
- στενόμακρο ερπετό χωρίς πόδια, ωοτόκο (σπανιότερα ωοζωοτόκο)
-
ύπουλος άνθρωπος figuratively
Ισοδύναμα
Bosanski
zmija
Ελληνικά
μάρκα μ' έκαψες
Hrvatski
zmija
Bahasa Indonesia
munafik
Íslenska
eiturnaðra
Italiano
ipocrita
日本語
裏切り者
Polski
żmija
Русский
змея́ подколо́дная
Српски
zmija
Παραδείγματα
“:Κατηγορία:Φίδια (νέα ελληνικά)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free