φίδι
Ορισμοί
- στενόμακρο ερπετό χωρίς πόδια, ωοτόκο (σπανιότερα ωοζωοτόκο)
-
ύπουλος άνθρωπος figuratively
Ισοδύναμα
14 more languages
Bosanskizmija
Ελληνικάμάρκα μ' έκαψες
Hrvatskizmija
Bahasa Indonesiamunafik
Íslenskaeiturnaðra
Italianoipocrita
日本語裏切り者
Polskiżmija
Русскийзмея́ подколо́дная
Српскиzmija
Παραδείγματα
“:Κατηγορία:Φίδια (νέα ελληνικά)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free