HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κόμμα | Babel Free

Noun CEFR B2 Frequent
/ˈko.ma/

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Κόμμας
  2. το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚΕ), ιδιαίτερα σε κείμενα προσκείμενων σε αυτό
  3. χωριό της Φθιώτιδας
  4. συγκροτημένος πολιτικός οργανισμός που, προβάλλοντας την ιδεολογία και τις θέσεις του, διεκδικεί συμμετοχή στους πολιτικούς θεσμούς ενός κράτους, ή ενός διακρατικού συστήματος (όπως λ.χ. η Ευρωπαϊκή Ένωση), όπου λειτουργούν ιδεολογικά συγγενή εθνικά κόμματα
  5. σημείο στίξης το οποίο χωρίζει προτάσεις, όρους προτάσεων, φράσεις κτλ.
  6. η υποδιαστολή

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“5,3”

five point three

“€2.500,50”

two thousand five hundred euros and fifty cents

“σύμβολο: ,”
“Δείτε τους κανόνες για το κόμμα στο Παράρτημα:Γραμματική”
“η αναφορά στο «Κόμμα» (με κεφαλαίο Κ), αφορά το ΚΚΕ”
“※ Αμέσως μετά την ανακοίνωση από την κυβέρνηση των νέων περιοριστικών μέτρων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού, το Κόμμα καλύτερα προετοιμασμένο από την προηγούμενη φορά, αναπροσάρμοσε τη δράση του χωρίς να την αναστέλλει (απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ https://web.archive.org/web/20210103131206/https://www.naftemporiki.gr/story/1676666/kke-i-drasi-meta-to-deutero-kuma-covid-o-sxediasmos-gia-to-epomeno-diastima)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κόμμα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course