Σημασία του καλώδιο | Babel Free
kaˈlo.ði.oΟρισμοί
- οποιοδήποτε σύρμα μέτριου πάχους
- σύρμα γυμνό ή καλυμμένο με πλαστικό περίβλημα, για τη μεταφορά ηλεκτρικού ρεύματος, ηλεκτροκαλώδιο
- πολύ χοντρό συρματόσχοινο ή μεταλλική ράβδος συγκράτησης σε κρεμαστές γέφυρες
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“το καλώδιο του φωτιστικού”
“το καλώδιο του τηλεφώνου”
“※ Το ατσαλόσυρμα που κρατά τα ηλεκτροφόρα καλώδια σχηματίζει ένα αραιό δίxτυ απλωμένο από τα χαμηλά κτίρια τούτης της πλευράς ως τα ψηλότερα τριώροφα απέναντι (Αλέξης Πανσέληνος, Ελαφρά ελληνικά τραγούδια, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free