HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καλώδιο | Babel Free

Noun CEFR B2 Standard
/kaˈlo.ði.o/

Ορισμοί

  1. οποιοδήποτε σύρμα μέτριου πάχους
  2. σύρμα γυμνό ή καλυμμένο με πλαστικό περίβλημα, για τη μεταφορά ηλεκτρικού ρεύματος, ηλεκτροκαλώδιο
  3. πολύ χοντρό συρματόσχοινο ή μεταλλική ράβδος συγκράτησης σε κρεμαστές γέφυρες

Ισοδύναμα

English Flex Wire

Παραδείγματα

“το καλώδιο του φωτιστικού”
“το καλώδιο του τηλεφώνου”
“※ Το ατσαλόσυρμα που κρατά τα ηλεκτροφόρα καλώδια σχηματίζει ένα αραιό δίxτυ απλωμένο από τα χαμηλά κτίρια τούτης της πλευράς ως τα ψηλότερα τριώροφα απέναντι (Αλέξης Πανσέληνος, Ελαφρά ελληνικά τραγούδια, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καλώδιο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course