HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κάθισμα | Babel Free

Noun CEFR B2 Frequent
/ˈka.θi.zma/

Ορισμοί

  1. παραλία στη Λευκάδα
  2. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καθίζω
  3. οποιοδήποτε έπιπλο χρησιμεύει για να κάθεται κάποιος
  4. ο τρόπος που έχει καθήσει κάποιος
  5. προσάραξη πλεούμενου σε ρηχά
  6. τροπάριο κατά την ανάγνωση ή το ψάλσιμο τού οποίου οι πιστοί κάθονται
  7. μοναχική καλυβίτσα

Ισοδύναμα

English kathisma seat

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κάθισμα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course