Meaning of κάθισμα | Babel Free
/ˈka.θi.zma/Ορισμοί
- παραλία στη Λευκάδα
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καθίζω
- οποιοδήποτε έπιπλο χρησιμεύει για να κάθεται κάποιος
- ο τρόπος που έχει καθήσει κάποιος
- προσάραξη πλεούμενου σε ρηχά
- τροπάριο κατά την ανάγνωση ή το ψάλσιμο τού οποίου οι πιστοί κάθονται
- μοναχική καλυβίτσα
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.