Meaning of γλυκός | Babel Free
/ɣliˈkos/Ορισμοί
- που έχει τη γεύση της ζάχαρης, του μελιού
-
που προκαλεί ευχαρίστηση, είναι ήπιο figuratively
- χαριτωμένος, ευγενικός, που δεν δημιουργεί εντάσεις
- γλυκέ μου!, γλυκιά μου!
Παραδείγματα
“γλυκό νερό”
fresh water
“γλυκό βούτυρο, όχι αλατισμένο”
sweet butter, not salted
“γλυκό καλαμπόκι n (glykó kalampóki, “sweet corn”)”
“γλυκιά βραδιά - γλυκό αεράκι - γλυκιά φωνή - γλυκό φιλί”
sweet night - soft breeze - sweet voice - sweet kiss
“γλυκιά μου αγάπη, αγάπη μου γλυκιά!”
my sweet love!
“Θεσσαλονίκη είσαι μία στον κόσμο δεν είν’ άλλη Θεσσαλονίκη μου γλυκιά που να ’χει τέτοια ομορφιά και τα δικά σου κάλλη”
Thessaloniki you are one, In the world there is no other. My sweet Thessaloniki, Where there is such beauty And your own beauties.
“τα τέσσερα αισθήματα γεύσης: το γλυκό, το πικρό, το ξινό, το αλμυρό”
“(για νερό, υδάτινη μάζα) που δεν είναι θαλασσινό, αλμυρό”
“απόψε είναι μια γλυκιά η βραδιά”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.