Meaning of χοντρός | Babel Free
/xonˈdɾos/Ορισμοί
- που έχει μεγάλο βάρος σε σχέση με το ύψος του, παχύς
- που έχει μεγάλη διάμετρο
-
σοβαρός ως προς τις συνέπειές του figuratively
- άγαρμπος, χωρίς καλλιέργεια και διακριτικότητα
Παραδείγματα
“χοντρό παιδί”
fat child
“χοντρή γάτα”
fat cat
“χοντρά ρούχα”
heavy clothes
“χοντρό βιβλίο”
thick book
“χοντρό λάθος”
grave mistake
“χοντρή προσβολή”
heavy insult
“χοντρή φωνή”
low voice
“χοντρό αλεύρι”
coarse flour
“χοντρό αλάτι”
coarse salt
“χοντρό αστείο”
coarse joke
“χοντροί τρόποι”
unrefined manners
“ένα χοντρό κλαδί”
“χοντρή παρεξήγηση”
“※ Έκανε και δυο τρία χοντρά λάθη που παραλίγο να του στοιχίσουνε το ηθικό του. (Διονύσης Χαριτόπουλος (1976) Δανεικιά γραβάτα [διηγήματα])”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.