Meaning of ασουλούπωτος | Babel Free
Ορισμοί
- που δεν έχει καλοσχηματισμένο σώμα με αρμονικές αναλογίες
- χωρίς προσεγμένη εμφάνιση, κακοντυμένος
- κακοραμμένος, άκομψος, αταίριαστος με τις σωματικές αναλογίες αυτού που τον φοράει
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.