HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ασουλούπωτος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1

Ορισμοί

  1. που δεν έχει καλοσχηματισμένο σώμα με αρμονικές αναλογίες
  2. χωρίς προσεγμένη εμφάνιση, κακοντυμένος
  3. κακοραμμένος, άκομψος, αταίριαστος με τις σωματικές αναλογίες αυτού που τον φοράει

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ασουλούπωτος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course