Meaning of ασούσσουμος | Babel Free
Ορισμοί
ο αγνώριστος που αλλοιώθηκε από ασθένεια ή ψυχικό πάθος.
idiomatic
Παραδείγματα
“ασούσσουμος κι΄ ανέγνωρος και κατηγορημένος (Ερωτόκριτος)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.