Σημασία του μουνί | Babel Free
muˈniΟρισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
-
το αιδοίο, το γυναικείο αναπαραγωγικό όργανο vulgar
-
κάθε νεαρή γυναίκα, ιδίως για να δηλωθεί πόσο ελκυστική ή ερωτική θεωρείται, ή για να δηλωθεί υποψήφια ή υπάρχουσα σχέση με άνδρα figuratively, vulgar
-
η ακαταστασία, το μπάχαλο figuratively
-
άτιμος, πρόστυχος ή κακόβουλος άνθρωπος figuratively, offensive
Ισοδύναμα
Български
пу́тка
Dansk
Fanny
Deutsch
Fanny
Fotze
fotze
Fut
Hascherl
Katze
Maus
Mieze
Mose
Muschi
Pussy
Sitzpinkler
Stefanie
Steiß
Esperanto
pico
Français
chatte
chatte
chatte
con
con
con
connard
connasse
couille molle
enconner
Fanny
foune
gonzesse
lopette
minet
minou
moniche
noune
pétasse
pussy
salope
techa
Հայերեն
պուց
日本語
まんこ
Latina
cunnus
Slovenčina
pizda
Slovenščina
pica
Tiếng Việt
lon
中文
屄
ZH-TW
屄
Παραδείγματα
“Βάλε κανένα πιο σεμνό ρούχο, σχεδόν φαίνεται το μουνί σου.”
Put on something more modest; I can almost see your pussy.
“Άντε φύγε από ’δω ρε μουνί.”
Get out of here, you cunt.
“Πάω να βρω λίγο μουνί απόψε.”
I'm going to get some pussy tonight.
“Τί τελικά έγινε χτες στο πάρτυ; Ήρθαν αργότερα μουνιά ή μείνατε μόνο τα μπακούρια;”
“Ρε συ, αυτή η φίλη της αδελφής σου είναι πολύ ωραίο μουνί.”
“Τάκη, νταραβερίζεσαι με κανένα μουνί τώρα τελευταία;”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free