μουνί
Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
-
το αιδοίο, το γυναικείο αναπαραγωγικό όργανο vulgar
-
κάθε νεαρή γυναίκα, ιδίως για να δηλωθεί πόσο ελκυστική ή ερωτική θεωρείται, ή για να δηλωθεί υποψήφια ή υπάρχουσα σχέση με άνδρα figuratively, vulgar
-
η ακαταστασία, το μπάχαλο figuratively
-
άτιμος, πρόστυχος ή κακόβουλος άνθρωπος figuratively, offensive
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Βάλε κανένα πιο σεμνό ρούχο, σχεδόν φαίνεται το μουνί σου.”
Put on something more modest; I can almost see your pussy.
“Άντε φύγε από ’δω ρε μουνί.”
Get out of here, you cunt.
“Πάω να βρω λίγο μουνί απόψε.”
I'm going to get some pussy tonight.
“Τί τελικά έγινε χτες στο πάρτυ; Ήρθαν αργότερα μουνιά ή μείνατε μόνο τα μπακούρια;”
“Ρε συ, αυτή η φίλη της αδελφής σου είναι πολύ ωραίο μουνί.”
“Τάκη, νταραβερίζεσαι με κανένα μουνί τώρα τελευταία;”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free