HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αύξηση | Babel Free

Noun feminine CEFR B2 Frequent
/ˈaf.ksi.si/

Ορισμοί

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αυξάνω, η πρόκληση ανόδου στην ποσότητα ή στην αριθμητική τιμή
  2. μορφολογικό στοιχείο των παρελθοντικών χρόνων στα αρχαία και στα νέα ελληνικά
  3. συλλαβική αύξηση: η πρόσθεση ενός ε- ή -η πριν το θέμα της λέξης, όταν αυτό αρχίζει από σύμφωνο, π.χ. βάζω, έβαζα, θέλω, ήθελα
  4. χρονική αύξηση: η τροπή του αρχικού βραχέος φωνήεντος σε μακρό (στα αρχαία ελληνικά, π.χ. ὁρίζω, ὥριζον)
  5. εσωτερική αύξηση: η αύξηση που εμφανίζεται μετά την πρόθεση σε σύνθετα ρήματα, πχ. καταγράφω, κατέγραψα)

Ισοδύναμα

English increase raise Rise

Παραδείγματα

“Η πιθανή αύξηση του πληθωρισμού είναι ανησυχητικό στοιχείο.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αύξηση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course