HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αύξηση

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2 Frequent
ˈaf.ksi.si

Ορισμοί

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αυξάνω, η πρόκληση ανόδου στην ποσότητα ή στην αριθμητική τιμή
  2. μορφολογικό στοιχείο των παρελθοντικών χρόνων στα αρχαία και στα νέα ελληνικά
  3. συλλαβική αύξηση: η πρόσθεση ενός ε- ή -η πριν το θέμα της λέξης, όταν αυτό αρχίζει από σύμφωνο, π.χ. βάζω, έβαζα, θέλω, ήθελα
  4. χρονική αύξηση: η τροπή του αρχικού βραχέος φωνήεντος σε μακρό (στα αρχαία ελληνικά, π.χ. ὁρίζω, ὥριζον)
  5. εσωτερική αύξηση: η αύξηση που εμφανίζεται μετά την πρόθεση σε σύνθετα ρήματα, πχ. καταγράφω, κατέγραψα)

Ισοδύναμα

Españolcrecimiento
FrançaisAugmentation
7 more languages
Bosanskirise
Hrvatskirise
Italianoaumento
Kurdîrîşe
Polskipodwyżka
Portuguêsaumento
Српскиrise

Παραδείγματα

“Η πιθανή αύξηση του πληθωρισμού είναι ανησυχητικό στοιχείο.”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αύξηση σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free