HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κράτος | Babel Free

Noun CEFR B2 Standard
/ˈkɾa.tos/

Ορισμοί

  1. συγκροτημένη πολιτική οντότητα με συγκεκριμένα σύνορα
  2. πολιτικά οργανωμένο σύνολο ανθρώπων (λαός) που είναι εγκατεστημένο μόνιμα σε μια καθορισμένη εδαφική έκταση (χώρα) και διοικείται από κυβέρνηση, εξουσία, κυριαρχία

Ισοδύναμα

English nation power Reich

Παραδείγματα

“αδέσμευτα κράτη”

non-aligned states

“Το κράτος της Ελλάδας καταλαμβάνει περίπου 132.000 τ.χμ.”
“※ Οι δυνατότητες επικοινωνίας μεταξύ των επιμέρους κοινωνιών των χωρικών είναι εξαιρετικά περιορισμένες, και ο συνδετικός κρίκος που συναρθρώνει όλες αυτές τις κοινωνίες σε ένα σύνολο δεν είναι άλλος από το κράτος, με τους πάγιους αλλά και περιστασιακούς μηχανισμούς του (Κώστας Κωστής, Ξανακοιτώντας την ιστορία του κράτους στην Ελλάδα (19ος - 21ος αιώνας), εκδ. Πατάκης, 2024)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κράτος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course