Σημασία του κύρια | Babel Free
ciˈɾiaΟρισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- η βασίλισσα, η κυρίαρχη γυναίκα θεά.
- ενήλικη γυναίκα
- προσωνυμία της Θεοτόκου
- λέξη που προτάσσεται πριν από κύρια γυναικεία ονόματα. Παλιότερα αποδιδόταν μόνο σε παντρεμένες γυναίκες, ενώ τώρα αποδίδεται γενικά σε οποιαδήποτε ενήλικη γυναίκα
- γυναίκα που χαρακτηρίζεται από αρετές όπως αξιοπρέπεια, ευγένεια
- έτσι αποκαλείται, από τους μαθητές της, μια δασκάλα ή καθηγήτρια
-
κακοποιός που δε μιλάει στις αρχές για τους συναδέλφους του (σαν κυρία με πρέπουσα συμπεριφορά)
dated, slang
Ισοδύναμα
Esperanto
sinjorino
Español
dame
dame
fidalga (disused)
fijadalgo (disused)
hidalga
hija de algo
hijadalgo
señora
señora
فارسی
بانو
Français
damé
dame
dame
dame
femelle
gentillefemme
madame
madame
Madame
mère maquerelle
mistriss
nana
sous-maîtresse
Magyar
úrnő
Հայերեն
տիկին
Íslenska
frú
日本語
女史
Latviešu
kundze
Nederlands
gebiedster
hoerenmadam
jonkvrouw
mevrouw
mevrouw
weledel
weledelgeboren
weledelgeleerd
weledelgestreng
Română
doamnă
Slovenčina
pani
Slovenščina
gospa
Shqip
zonjë
Українська
пані
中文
夫人
ZH-TW
夫人
Παραδείγματα
“Τότε μπήκαν στο κατάστημα δύο κυρίες για να ψωνίσουν.”
“η κυρία Μαρία, η κυρία Παναγιωτοπούλου”
“Η κυρία Τίνα μαζί με την κόρη της, τη Δήμητρα, κάνουν τα ψώνια τους στη λαϊκή αγορά.”
“συντομογραφία: κ., συχνά στην αλληλογραφία: Κα”
“μια πραγματική κυρία”
“Η κυρία μας θα μας πάει εκδρομή αύριο.”
“Κυρία! κυρία! Να πάω έξω;”
“※ Βαγγέλης Παπάζογλου, Κάτω στα Λεμονάδικα [ρεμπέτικο τραγούδι], 1η στροφή”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free