Meaning of κύρια | Babel Free
/ciˈɾia/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- η βασίλισσα, η κυρίαρχη γυναίκα θεά.
- ενήλικη γυναίκα
- προσωνυμία της Θεοτόκου
- λέξη που προτάσσεται πριν από κύρια γυναικεία ονόματα. Παλιότερα αποδιδόταν μόνο σε παντρεμένες γυναίκες, ενώ τώρα αποδίδεται γενικά σε οποιαδήποτε ενήλικη γυναίκα
- γυναίκα που χαρακτηρίζεται από αρετές όπως αξιοπρέπεια, ευγένεια
- έτσι αποκαλείται, από τους μαθητές της, μια δασκάλα ή καθηγήτρια
-
κακοποιός που δε μιλάει στις αρχές για τους συναδέλφους του (σαν κυρία με πρέπουσα συμπεριφορά)
dated, slang
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Τότε μπήκαν στο κατάστημα δύο κυρίες για να ψωνίσουν.”
“η κυρία Μαρία, η κυρία Παναγιωτοπούλου”
“Η κυρία Τίνα μαζί με την κόρη της, τη Δήμητρα, κάνουν τα ψώνια τους στη λαϊκή αγορά.”
“συντομογραφία: κ., συχνά στην αλληλογραφία: Κα”
“μια πραγματική κυρία”
“Η κυρία μας θα μας πάει εκδρομή αύριο.”
“Κυρία! κυρία! Να πάω έξω;”
“※ Βαγγέλης Παπάζογλου, Κάτω στα Λεμονάδικα [ρεμπέτικο τραγούδι], 1η στροφή”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.