HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κύρια

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2 Frequent
ciˈɾia

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. η βασίλισσα, η κυρίαρχη γυναίκα θεά.
  3. ενήλικη γυναίκα
  4. προσωνυμία της Θεοτόκου
  5. λέξη που προτάσσεται πριν από κύρια γυναικεία ονόματα. Παλιότερα αποδιδόταν μόνο σε παντρεμένες γυναίκες, ενώ τώρα αποδίδεται γενικά σε οποιαδήποτε ενήλικη γυναίκα
  6. γυναίκα που χαρακτηρίζεται από αρετές όπως αξιοπρέπεια, ευγένεια
  7. έτσι αποκαλείται, από τους μαθητές της, μια δασκάλα ή καθηγήτρια
  8. κακοποιός που δε μιλάει στις αρχές για τους συναδέλφους του (σαν κυρία με πρέπουσα συμπεριφορά)
    dated, slang

Ισοδύναμα

37 more languages

Παραδείγματα

“Τότε μπήκαν στο κατάστημα δύο κυρίες για να ψωνίσουν.”
“η κυρία Μαρία, η κυρία Παναγιωτοπούλου”
“Η κυρία Τίνα μαζί με την κόρη της, τη Δήμητρα, κάνουν τα ψώνια τους στη λαϊκή αγορά.”
“συντομογραφία: κ., συχνά στην αλληλογραφία: Κα”
μια πραγματική κυρία”
“Η κυρία μας θα μας πάει εκδρομή αύριο.”
“Κυρία! κυρία! Να πάω έξω;”
“※ Βαγγέλης Παπάζογλου, Κάτω στα Λεμονάδικα [ρεμπέτικο τραγούδι], 1η στροφή”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κύρια σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free