έκδοση
Ορισμοί
- το σύνολο των ενεργειών που απαιτούνται για την εκτύπωση και τη διάθεση στη κυκλοφορία ενός εντύπου, βιβλίου, περιοδικού ή εφημερίδας.
- το σύνολο των αντιτύπων ενός βιβλίου που προέρχονται από την ίδια στοιχειοθεσία.
- η κριτική εργασία που απαιτείται για να εκδοθεί το κείμενο αρχαίων συγγραφέων.
-
) εκδοτικός οίκος plural
- η σύνταξη, εκτύπωση και παράδοση στον δικαιούχο προσωπικών εγγράφων, π.χ. ταυτότητας, διαβατηρίου
- η εκτύπωση και διάθεση στην κυκλοφορία χαρτονομισμάτων
- Η σύνταξη και ανακοίνωση μιας απόφασης.
- η παράδοση ενός κρατουμένου στις δικαστικές αρχές μιας άλλης χώρας για να δικαστεί.
- version: παραλλαγή λογισμικού (software) ή υλισμικού (hardware)
Ισοδύναμα
42 more languages
Azərbaycan dilinəşriyyat
Беларускаяперада́ча
Cymraegargraffiad
Danskoplag
Ελληνικάεκδοχή
ქართულიექსტრადიცია
Қазақ тілібаспа
Kurdîtiraj
Lietuviųleidykla
Te Reo Māoriputanga
Македонскиекстрадиција
मराठीआवृत्ती
Bahasa Melayuedisi
Polskiekranizacjaekstradycjaekstradycyjnynakładobrót położniczyoficynaoficynowywersjawydawcawydawnictwo
Kiswahilitoleo
தமிழ்பதிப்பகம்
Tagaloghipno
中文出版社
繁體中文出版社
Παραδείγματα
“Αγόρασα την πρώτη έκδοση του βιβλίου.”
I bought the first edition of the book.
“Η έκδοση του βιβλίου του συνάντησε την αδιαφορία του κοινού.”
“Η νεότερη έκδοση του βιβλίου με διορθώσεις και βελτιώσεις.”
“Ο Αδαμάντιος Κοραής ασχολήθηκε με την έκδοση αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων.”
“Οι εκδόσεις Ίκαρος εξέδωσαν τα ποιήματα του Γ. Σεφέρη.”
“Οι αστυνομικές αρχές είναι υπεύθυνες για την έκδοση διαβατηρίων.”
“Η έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου θα καθυστερήσει.”
“Δείτε επίσης: κύκλος ζωής έκδοσης λογισμικού στην Βικιπαίδεια”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free