Meaning of σωστός | Babel Free
/soˈstos/Ορισμοί
- που ανταποκρίνεται στην αλήθεια
- που γίνεται με κατάλληλο τρόπο, εκπληρώνοντας όλες τις προδιαγραφές
- κάποιος που δρα σύμφωνα με τα αποδεκτά πρότυπα συμπεριφοράς
- πραγματικός, αληθινός
Ισοδύναμα
English
correct
Παραδείγματα
“Η λύση της άσκησης έδωσε το σωστό αποτέλεσμα.”
“Είναι πολύ σωστός σε όλα του.”
“κάνω σωστή βλακεία”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.