Meaning of ανακούφιση | Babel Free
/a.naˈku.fi.si/Ορισμοί
- η απαλλαγή από μια δυσάρεστη κατάσταση, συναίσθηση κλπ.
- η αίσθηση που νιώθει κανείς μετά από τέτοια απαλλαγή
Ισοδύναμα
English
relief
Παραδείγματα
“ανακούφιση από τον πόνο”
“όταν έμαθα ότι δεν απολύομαι, ένιωσα μεγάλη ανακούφιση”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.