HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πολίτης | Babel Free

Noun feminine CEFR B2 Standard
/poˈli.tis/

Ορισμοί

  1. που έχει την ιθαγένεια μιας χώρας και έχει πολιτικά δικαιώματα
  2. ο Πολίτης, ο Κωνσταντινουπολίτης
    adjective
  3. συνώνυμο του Κωνσταντινουπολίτης, ομογενής που γεννήθηκε στην Πόλη, την Κωνσταντινούπολη
    demonym
  4. ανδρικό επώνυμο
  5. συνώνυμο του ιδιώτης, που δεν κατέχει δημόσιο αξίωμα
    especially
  6. που δεν είναι στρατιωτικός και ως άοπλος θεωρείται άμαχος ή συχνά και εκείνος που δεν είναι κληρικός
    especially
  7. κάτοικος μιας πόλης
    especially
  8. ο πολίτης μιας χώρας, που δεν είναι υπήκοος κάποιου μονάρχη (και δεν είναι αριστοκράτης)
    especially

Ισοδύναμα

English citizen

Παραδείγματα

“Αμερικανός πολίτης (American citizen)”
“Είμαι ένας απλός πολίτης που θέλει να ακούγεται η φωνή του! Δεν είμαι πολίτης βήτα κατηγορίας!”
“Άντε, και «καλός πολίτης». Πότε απολύεσαι; Πότε τελειώνει η θητεία σου;”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πολίτης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course