Meaning of πολίτης | Babel Free
/poˈli.tis/Ορισμοί
- που έχει την ιθαγένεια μιας χώρας και έχει πολιτικά δικαιώματα
-
ο Πολίτης, ο Κωνσταντινουπολίτης adjective
-
συνώνυμο του Κωνσταντινουπολίτης, ομογενής που γεννήθηκε στην Πόλη, την Κωνσταντινούπολη demonym
- ανδρικό επώνυμο
-
συνώνυμο του ιδιώτης, που δεν κατέχει δημόσιο αξίωμα especially
-
που δεν είναι στρατιωτικός και ως άοπλος θεωρείται άμαχος ή συχνά και εκείνος που δεν είναι κληρικός especially
-
κάτοικος μιας πόλης especially
-
ο πολίτης μιας χώρας, που δεν είναι υπήκοος κάποιου μονάρχη (και δεν είναι αριστοκράτης) especially
Ισοδύναμα
English
citizen
Παραδείγματα
“Αμερικανός πολίτης (American citizen)”
“Είμαι ένας απλός πολίτης που θέλει να ακούγεται η φωνή του! Δεν είμαι πολίτης βήτα κατηγορίας!”
“Άντε, και «καλός πολίτης». Πότε απολύεσαι; Πότε τελειώνει η θητεία σου;”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.