Meaning of επαγγελματίας | Babel Free
/e.paŋ.ɟel.maˈti.as/Ορισμοί
- που ασκεί επάγγελμα
-
που ασκεί δραστηριότητα με συνέπεια, υπευθυνότητα και επιτυχία adjective
-
που ασκεί λειτούργημα μόνο και μόνο για υλικές απολαβές offensive
Ισοδύναμα
English
Professional
Παραδείγματα
“Αν και ερασιτέχνης, έχει πολλές γνώσεις και ψαρεύει σαν επαγγελματίας ψαράς.”
“Είναι στυγνός επαγγελματίας.”
“※ Δεν ήξερε και δεν ήθελε να πουλάει τον εαυτό του. Όλοι έλεγαν πως είναι περίπλοκο ον, ψυχρός, μπλαζέ, απόμακρος, κίλερ επαγγελματίας, φραγκοφονιάς. Κι όμως, αποδείχτηκε πιο αισθαντικός και πιο μπεσαλής από όλους. (Στέφανος Τσιτσόπουλος, Ροκ σταρ, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.