HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of επαγγελματίας | Babel Free

Noun masculine CEFR B2 Frequent
/e.paŋ.ɟel.maˈti.as/

Ορισμοί

  1. που ασκεί επάγγελμα
  2. που ασκεί δραστηριότητα με συνέπεια, υπευθυνότητα και επιτυχία
    adjective
  3. που ασκεί λειτούργημα μόνο και μόνο για υλικές απολαβές
    offensive

Ισοδύναμα

English Professional

Παραδείγματα

“Αν και ερασιτέχνης, έχει πολλές γνώσεις και ψαρεύει σαν επαγγελματίας ψαράς.”
“Είναι στυγνός επαγγελματίας.”
“※ Δεν ήξερε και δεν ήθελε να πουλάει τον εαυτό του. Όλοι έλεγαν πως είναι περίπλοκο ον, ψυχρός, μπλαζέ, απόμακρος, κίλερ επαγγελματίας, φραγκοφονιάς. Κι όμως, αποδείχτηκε πιο αισθαντικός και πιο μπεσαλής από όλους. (Στέφανος Τσιτσόπουλος, Ροκ σταρ, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See επαγγελματίας used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course