Meaning of σύνταξη | Babel Free
/ˈsindaksi/Ορισμοί
- η εκφορά του γραπτού ή προφορικού λόγου με συγκεκριμένους κανόνες στη χρήση, θέση και σχέση των λέξεων μιας φράσης
- το γράψιμο ενός κειμένου, συνήθως επίσημου
- στο δημοσιογραφικό κλάδο
- τα άτομα που εργάζονται γενικά ως δημοσιογράφοι
- οι συντάκτες που έχουν ως αντικειμενο την επιμέλεια κειμένων, γραπτών ή προφορικών
- ο χώρος στον οποίο είναι τα γραφεία των δημοσιογράφων
- η τοποθέτηση των ανδρών μιας στρατιωτικής μονάδας σε στοίχους και γραμμές κατά την τακτική της συγκέντρωση
- η αποχώρηση από την εργασιακή ζωή και η οικονομική επιβίωση με τη μηνιαία είσπραξη ενός ποσού που καταθέτει ο ασφαλιστικός και συνταξιοδοτικός φορέας του πρώην εργαζόμενου
- το ποσό που εισπράττει μηνιαία ένας συνταξιούχος από τον ασφαλιστικό ή συνταξιοδοτικό φορέα του ή το κράτος όταν για λόγους ηλικίας, ή ατυχήματος ή άλλους, παύει να εργάζεται και δικαιούται να συνταξιοδοτηθεί
- καθορισμός των επιτρεπτών ακολουθιών συμβόλων
Παραδείγματα
“H σωστή σύνταξη διδάσκεται με το μάθημα του συντακτικού”
“H σύνταξη του νομοσχεδίου καθυστέρησε με ευθύνη του αρμόδιου υπουργού”
“Ο Κώστας βγήκε στη σύνταξη.”
“Πόση σύνταξη παίρνεις;”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.