Meaning of κότα | Babel Free
/ˈkota/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- θηλυκό οικόσιτο πουλί (Gallus gallus) που εκτρέφεται κυρίως για τα αβγά του· το αρσενικό λέγεται κόκορας ή πετεινός και το νεαρό πουλί κοτόπουλο
-
γυναίκα χωρίς μυαλό που νοιάζεται μόνο για την εμφάνισή της ή για το κουτσομπολιό figuratively, offensive
-
δειλός άνθρωπος figuratively, offensive
Παραδείγματα
“Η κότα και ο κόκορας ζευγαρώνουν.”
The hen and the rooster are mating.
“Μη φοβάσαι, μωρή κότα. Δε θα σου κάνει τίποτα το σκυλί.”
Don't be afraid, you chicken. The dog won't do anything (bad) to you.
“Κοίτα τη φοράει αυτή η κότα!”
Look what that bimbo is wearing!
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.