σούπερμαν
Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- υπεράνθρωπος
- Σούπερμαν: ήρωας κόμικς και κινηματογραφικών ταινιών
Ισοδύναμα
24 more languages
العربيةسُوبَرْمَان
Gaeilgeosduine
ქართულისუპერმენი
LatinaSuperhomo
Latviešupārcilvēks
Nederlandssuperman
Polskinadczłowiek
SvenskaStålmannen
ไทยยอดมนุษย์
Tagaloghigtao
中文超人
繁體中文超人
Παραδείγματα
“Ο μικρός φόρεσε στολή του Σούπερμαν στο καρναβάλι.”
The little boy wore a Superman costume at the carnival.
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free