Meaning of κλείνω | Babel Free
/ˈkli.no/Ορισμοί
-
μετακινώ κάτι ώστε να εμποδίζει το πέρασμα από έναν χώρο σε έναν άλλο transitive
-
κάνω την απαραίτητη κίνηση ώστε να πάψει να λειτουργεί ένα αισθητήριο όργανο transitive
-
μετακινώ τα βλέφαρα προς τα κάτω transitive
-
κοιμάμαι transitive
-
πεθαίνω transitive
-
προσποιούμαι ότι δε βλέπω μια πραγματικότητα figuratively, transitive
-
εμποδίζω την πρόσβαση σε ένα χώρο transitive
-
παύω να εργάζομαι και να εξυπηρετώ το κοινό transitive
-
τερματίζω τη λειτουργία μιας επιχείρησης ή υποκαταστήματος
transitive
-
τερματίζω, ενεργώ έτσι ώστε να ολοκληρωθεί μια διαδικασία transitive
-
γυρίζω έναν διακόπτη ώστε να σταματήσει η ροή σε ένα δίκτυο transitive
-
σταματώ τη λειτουργία transitive
-
καλύπτω ένα κενό με μια μάζα υλικού, βουλώνω transitive
-
μαζεύω κάτι transitive
-
καλύπτω ένα άνοιγμα ώστε να κρύψω αυτό που βρίσκεται από κάτω ή μέσα transitive
-
κουμπώνω ή ανεβάζω το φερμουάρ transitive
-
κάνω ράμματα μετά από χειρουργική επέμβαση transitive
-
καλύπτω ένα δοχείο ή μπουκάλι με το σκέπασμά του transitive
-
περιορίζω κάποιον / κάτι σε έναν κλειστό χώρο transitive
-
κάνω κράτηση transitive
-
συμπληρώνω, γίνομαι transitive
-
ολοκληρώνω το στήσιμο μιας σελίδας εφημερίδας ή περιοδικού και τη στέλνω για εκτύπωση transitive
-
μετακινούμαι ώστε να μην υπάρχει πέρασμα intransitive
-
σταματώ να λειτουργώ intransitive
-
τερματίζομαι intransitive
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Κλείνω την πόρτα.”
I close the door.
“Πότε κλείνει;”
When does it close?
“Η αυτόματη πόρτα θα κλείσει μετά από 10 δευτερόλεπτα.”
The automatic door will shut after 10 seconds.
“Έκλεισα την τηλεόραση.”
I turned off the television.
“Κλείσε σε παρακαλώ τον υπολογιστή.”
Please shut down the computer.
“Η αστυνομία έκλεισε το δρόμο για το αεροδρόμιο.”
Police closed the road to the airport.
“Έκλεισα τραπέζι στο εστιατόριο.”
I booked a table at the restaurant.
“Χθες έκλεισα τα τριάντα.”
Yesterday I became thirty years old.
“κλείνω την πόρτα, το παράθυρο”
“κλείνω το στόμα: ενώνω τις σιαγόνες”
“κλείνω το στόμα κάποιου (μεταφορικά) τον εμποδίζω να μιλήσει / του στερώ τα επιχειρήματα”
“κλείνω τα μάτια”
“κλείνω τ' αφτιά μου: (μεταφορικά) αρνούμαι να ακούσω κάτι”
“θα πάω να κλείσω την αποθήκη”
“κλείνω την ντουλάπα”
“κλείνω το συρτάρι (ωθώντας το προς τα μέσα)”
“το χιόνι έκλεισε τους δρόμους”
“τι ώρα θα κλείσεις το μαγαζί σου σήμερα;”
“η τράπεζα θα κλείσει το ένα από τα δύο υποκαταστήματά της στην πόλη”
“ο πρόεδρος έκλεισε τη συζήτηση για το περιβάλλον με την ομιλία του”
“κλείνω τον διακόπτη, το φως, τη βρύση”
“κλείνω την τηλεόραση, τον υπολογιστή”
“έκλεισε μερικές τρύπες στον τοίχο με στόκο”
“κλείνω τη βεντάλια”
“κλείνω το χέρι μου (μαζεύοντας τα δάχτυλα)”
“κλείνω τα πόδια μου, τα ενώνω”
“τον κλείσανε όταν βρήκαν τους πνεύμονές του κατεστραμμένους”
“τον έκλεισαν στη φυλακή”
“έκλεισα θέση στο θέατρο”
“κλείνω αεροπορικά εισιτήρια”
“η κυβέρνηση έκλεισε κιόλας τρεις μήνες”
“έχει τα γενέθλιά του! κλείνει τα 13!”
“Η πρώτη σελίδα κλείνει τελευταία”
“η πόρτα έκλεισε”
“ο δρόμος έκλεισε”
“οι τράπεζες θα κλείσουν σε λίγο”
“ακούστηκε ότι θα κλείσει το νέο σουπερμάρκετ”
“ο υπολογιστής μου πάλι έκλεισε απροειδοποίητα”
“το συνέδριο θα κλείσει με την ομιλία του Προέδρου”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.