Σημασία του κλείνω | Babel Free
ˈkli.noΟρισμοί
-
μετακινώ κάτι ώστε να εμποδίζει το πέρασμα από έναν χώρο σε έναν άλλο transitive
-
κάνω την απαραίτητη κίνηση ώστε να πάψει να λειτουργεί ένα αισθητήριο όργανο transitive
-
μετακινώ τα βλέφαρα προς τα κάτω transitive
-
κοιμάμαι transitive
-
πεθαίνω transitive
-
προσποιούμαι ότι δε βλέπω μια πραγματικότητα figuratively, transitive
-
εμποδίζω την πρόσβαση σε ένα χώρο transitive
-
παύω να εργάζομαι και να εξυπηρετώ το κοινό transitive
-
τερματίζω τη λειτουργία μιας επιχείρησης ή υποκαταστήματος
transitive
-
τερματίζω, ενεργώ έτσι ώστε να ολοκληρωθεί μια διαδικασία transitive
-
γυρίζω έναν διακόπτη ώστε να σταματήσει η ροή σε ένα δίκτυο transitive
-
σταματώ τη λειτουργία transitive
-
καλύπτω ένα κενό με μια μάζα υλικού, βουλώνω transitive
-
μαζεύω κάτι transitive
-
καλύπτω ένα άνοιγμα ώστε να κρύψω αυτό που βρίσκεται από κάτω ή μέσα transitive
-
κουμπώνω ή ανεβάζω το φερμουάρ transitive
-
κάνω ράμματα μετά από χειρουργική επέμβαση transitive
-
καλύπτω ένα δοχείο ή μπουκάλι με το σκέπασμά του transitive
-
περιορίζω κάποιον / κάτι σε έναν κλειστό χώρο transitive
-
κάνω κράτηση transitive
-
συμπληρώνω, γίνομαι transitive
-
ολοκληρώνω το στήσιμο μιας σελίδας εφημερίδας ή περιοδικού και τη στέλνω για εκτύπωση transitive
-
μετακινούμαι ώστε να μην υπάρχει πέρασμα intransitive
-
σταματώ να λειτουργώ intransitive
-
τερματίζομαι intransitive
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of κλείνω.
Ισοδύναμα
Български
прекъсвам
Deutsch
abriegeln
absperren
auflassen
ausblasen
dichtmachen
Effet
geschlossen
herunterfahren
in die Enge treiben
PLZ
Reißverschluss
schliessen
Stall
trennen
Unterbrechen
Unterbrechung
Unterbruch
verschütten
zippen
Zippverschluss
zu
zu
zuknallen
zukriegen
zumachen
Ελληνικά
αποκόβομαι
αποσύνδεση
αποσυνδέω
αποσύρομαι
εγκλωβίζω
ζιπάρω
κλειστός
παγιδεύω
συμπιέζω
σφαλίζω
English
become
book
close
close
close
close
close off
Disconnect
reserve
shut
shut
shut
shut down
to block
to close
to turn off
trap
turn
turn off
zip
Zip
zip
Esperanto
fermi
Suomi
eristäytyä
hujahtaa
hujauttaa
katkaista
katkaisu
katkos
kiinni
loukuttaa
pakata
umpeen
vetäytyä kuoreensa
vilahtaa
Français
clos
compresser
débrancher
déconnecter
fermer
fermer
fermeture Éclair
que dalle
que pouic
réserver
se prendre un râteau
se prendre une veste
trap
zip
zip
Gàidhlig
dùinte
Galego
comprimir
עברית
ניתק
हिन्दी
ठपना
Հայերեն
անջատել
Bahasa Indonesia
rapat
Italiano
cerniera
chiusi
chiusi
chiusi
escludere
isolarsi
sconnettere
serrare
serrato
serrato
trap
ZIP
zip
Latviešu
ciet
Polski
chwycić
chwytać
furgać
furgnąć
odławiać
odłowić
pakować
PNA
przytrzaskiwać
przytrzasnąć
rozpakować
rozpakowywać
śmigać
śmignąć
spakować
wyłączać
zamek
zamek błyskawiczny
zamknąć
zamknięty
zamkowy
zasuwać
Русский
задёрнуть
закрывать
закрыть
запирать
захлопнуть
захлопывать
молния
останавливать
отключать
отключить
отсоедини́ть
отсоединя́ть
разъединить
разъединя́ть
шатдаун
ไทย
ดัก
Παραδείγματα
“Κλείνω την πόρτα.”
I close the door.
“Πότε κλείνει;”
When does it close?
“Η αυτόματη πόρτα θα κλείσει μετά από 10 δευτερόλεπτα.”
The automatic door will shut after 10 seconds.
“Έκλεισα την τηλεόραση.”
I turned off the television.
“Κλείσε σε παρακαλώ τον υπολογιστή.”
Please shut down the computer.
“Η αστυνομία έκλεισε το δρόμο για το αεροδρόμιο.”
Police closed the road to the airport.
“Έκλεισα τραπέζι στο εστιατόριο.”
I booked a table at the restaurant.
“Χθες έκλεισα τα τριάντα.”
Yesterday I became thirty years old.
“κλείνω την πόρτα, το παράθυρο”
“κλείνω το στόμα: ενώνω τις σιαγόνες”
“κλείνω το στόμα κάποιου (μεταφορικά) τον εμποδίζω να μιλήσει / του στερώ τα επιχειρήματα”
“κλείνω τα μάτια”
“κλείνω τ' αφτιά μου: (μεταφορικά) αρνούμαι να ακούσω κάτι”
“θα πάω να κλείσω την αποθήκη”
“κλείνω την ντουλάπα”
“κλείνω το συρτάρι (ωθώντας το προς τα μέσα)”
“το χιόνι έκλεισε τους δρόμους”
“τι ώρα θα κλείσεις το μαγαζί σου σήμερα;”
“η τράπεζα θα κλείσει το ένα από τα δύο υποκαταστήματά της στην πόλη”
“ο πρόεδρος έκλεισε τη συζήτηση για το περιβάλλον με την ομιλία του”
“κλείνω τον διακόπτη, το φως, τη βρύση”
“κλείνω την τηλεόραση, τον υπολογιστή”
“έκλεισε μερικές τρύπες στον τοίχο με στόκο”
“κλείνω τη βεντάλια”
“κλείνω το χέρι μου (μαζεύοντας τα δάχτυλα)”
“κλείνω τα πόδια μου, τα ενώνω”
“τον κλείσανε όταν βρήκαν τους πνεύμονές του κατεστραμμένους”
“τον έκλεισαν στη φυλακή”
“έκλεισα θέση στο θέατρο”
“κλείνω αεροπορικά εισιτήρια”
“η κυβέρνηση έκλεισε κιόλας τρεις μήνες”
“έχει τα γενέθλιά του! κλείνει τα 13!”
“Η πρώτη σελίδα κλείνει τελευταία”
“η πόρτα έκλεισε”
“ο δρόμος έκλεισε”
“οι τράπεζες θα κλείσουν σε λίγο”
“ακούστηκε ότι θα κλείσει το νέο σουπερμάρκετ”
“ο υπολογιστής μου πάλι έκλεισε απροειδοποίητα”
“το συνέδριο θα κλείσει με την ομιλία του Προέδρου”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free