Conjugation of κλείνω
ˈkli.noολοκληρώνω το στήσιμο μιας σελίδας εφημερίδας ή περιοδικού και τη στέλνω για εκτύπωση Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κλείνω (κλείω →) |
| εσύ | κλείνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κλείνει |
| εμείς | κλείνουμε |
| εσείς | κλείνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κλείνουν |
Παρατατικός
| εγώ | έκλεινα |
| εσύ | έκλεινες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έκλεινε |
| εμείς | κλείναμε |
| εσείς | κλείνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έκλειναν |
Αόριστος
| εγώ | έκλεισα |
| εσύ | έκλεισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έκλεισε |
| εμείς | κλείσαμε |
| εσείς | κλείσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έκλεισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κλείσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κλείσω |
| εσύ | κλείσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κλείσει |
| εμείς | κλείσουμε |
| εσείς | κλείσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κλείσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κλείνε |
| εσείς | κλείνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κλείσε |
| εσείς | κλείστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κλείσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κλείνομαι |
| εσύ | κλείνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | κλείνεται |
| εμείς | κλεινόμαστε |
| εσείς | κλείνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κλείνονται |
Παρατατικός
| εγώ | κλεινόμουν |
| εσύ | κλεινόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | κλεινόταν |
| εμείς | κλεινόμασταν |
| εσείς | κλεινόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κλείνονταν |
Αόριστος
| εγώ | κλείστηκα |
| εσύ | κλείστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κλείστηκε |
| εμείς | κλειστήκαμε |
| εσείς | κλειστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κλείστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κλειστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κλειστώ |
| εσύ | κλειστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κλειστεί |
| εμείς | κλειστούμε |
| εσείς | κλειστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κλειστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κλείνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κλείσου |
| εσείς | κλειστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κλειστεί |