HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κλείνω — definition

Conjugation of κλείνω

Regular CEFR B2
ˈkli.no

ολοκληρώνω το στήσιμο μιας σελίδας εφημερίδας ή περιοδικού και τη στέλνω για εκτύπωση Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κλείνω (κλείω →)
εσύ κλείνεις
αυτός / αυτή / αυτό κλείνει
εμείς κλείνουμε
εσείς κλείνετε
αυτοί / αυτές / αυτά κλείνουν
Παρατατικός
εγώ έκλεινα
εσύ έκλεινες
αυτός / αυτή / αυτό έκλεινε
εμείς κλείναμε
εσείς κλείνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έκλειναν
Αόριστος
εγώ έκλεισα
εσύ έκλεισες
αυτός / αυτή / αυτό έκλεισε
εμείς κλείσαμε
εσείς κλείσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έκλεισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κλείσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κλείσω
εσύ κλείσεις
αυτός / αυτή / αυτό κλείσει
εμείς κλείσουμε
εσείς κλείσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κλείσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κλείνε
εσείς κλείνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κλείσε
εσείς κλείστε
Απαρέμφατο αορίστου
κλείσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κλείνομαι
εσύ κλείνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό κλείνεται
εμείς κλεινόμαστε
εσείς κλείνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά κλείνονται
Παρατατικός
εγώ κλεινόμουν
εσύ κλεινόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κλεινόταν
εμείς κλεινόμασταν
εσείς κλεινόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κλείνονταν
Αόριστος
εγώ κλείστηκα
εσύ κλείστηκες
αυτός / αυτή / αυτό κλείστηκε
εμείς κλειστήκαμε
εσείς κλειστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κλείστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κλειστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κλειστώ
εσύ κλειστείς
αυτός / αυτή / αυτό κλειστεί
εμείς κλειστούμε
εσείς κλειστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κλειστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κλείνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κλείσου
εσείς κλειστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κλειστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary