HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κλειστός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2 Specialized
/klisˈtos/

Ορισμοί

  1. για άνοιγμα ή πέρασμα που κλείστηκε, φράχτηκε ή μπλόκαρε και δεν επιτρέπει σε κάποιον ή κάτι να περάσει
  2. για κάτι στο οποίο η πρόσβαση ή η συμμετοχή είναι περιορισμένη
  3. για γραφείο, κατάστημα, υπηρεσία κλπ. που δεν λειτουργεί για μικρό συνήθως χρονικό διάστημα
  4. μη κοινωνικός
    figuratively
  5. που δεν εκδηλώνει εύκολα σε άλλους τις σκέψεις του ή τα συναισθήματά του
    figuratively
  6. που τον κρατά μυστικό κάποιος, που δεν τον φανερώνει σε άλλους
  7. που προκαλείται από απότομο κλείσιμο και άνοιγμα του ρεύματος αέρα μέσα στο στόμα

Παραδείγματα

“Έχουμε κλειστά τα παράθυρα το βράδυ για να μην μπούνε μέσα τα κουνούπια.”
“Δεν κοιμάμαι με τις κουρτίνες κλειστές, μου αρέσει το πρωινό φως.”
“Κλειστά τα βόρεια σύνορα από τις κινητοποιήσεις των φορτηγατζήδων.”
“κλειστά επαγγέλματα”
“Όταν πέρασα από το μαγαζί, ήταν κλειστό λόγω διακοπών.”
“Είναι πολύ κλειστός τύπος αλλά παρόλο αυτό καλό παιδί.”
“Κλειστά τα χαρτιά της κυβέρνησης όσον αφορά τις πρόσφατες διαπραγματεύσεις.”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κλειστός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course