HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κλειστός

Επίθετο θηλυκό CEFR C2 Specialized
klisˈtos

Ορισμοί

  1. για άνοιγμα ή πέρασμα που κλείστηκε, φράχτηκε ή μπλόκαρε και δεν επιτρέπει σε κάποιον ή κάτι να περάσει
  2. για κάτι στο οποίο η πρόσβαση ή η συμμετοχή είναι περιορισμένη
  3. για γραφείο, κατάστημα, υπηρεσία κλπ. που δεν λειτουργεί για μικρό συνήθως χρονικό διάστημα
  4. μη κοινωνικός
    figuratively
  5. που δεν εκδηλώνει εύκολα σε άλλους τις σκέψεις του ή τα συναισθήματά του
    figuratively
  6. που τον κρατά μυστικό κάποιος, που δεν τον φανερώνει σε άλλους
  7. που προκαλείται από απότομο κλείσιμο και άνοιγμα του ρεύματος αέρα μέσα στο στόμα

Ισοδύναμα

32 more languages
Българскизатворен
Catalàreticent
Gàidhligdùinte
Galegoreticente
Bahasa Indonesiapepetrapattertutuptutup
한국어침묵하다
Kurdîkin
Українськазакритий

Παραδείγματα

“Έχουμε κλειστά τα παράθυρα το βράδυ για να μην μπούνε μέσα τα κουνούπια.”
Δεν κοιμάμαι με τις κουρτίνες κλειστές, μου αρέσει το πρωινό φως.”
“Κλειστά τα βόρεια σύνορα από τις κινητοποιήσεις των φορτηγατζήδων.”
“κλειστά επαγγέλματα”
“Όταν πέρασα από το μαγαζί, ήταν κλειστό λόγω διακοπών.”
“Είναι πολύ κλειστός τύπος αλλά παρόλο αυτό καλό παιδί.”
“Κλειστά τα χαρτιά της κυβέρνησης όσον αφορά τις πρόσφατες διαπραγματεύσεις.”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κλειστός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free