Meaning of δεσμευμένος | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει δεσμευτεί
- εμποδίζομαι από ηθικό, νομικό, συναισθηματικό ή άλλο λόγο
- που έχει συνάψει ερωτικό δεσμό με άλλο πρόσωπο
- μπορεί να αναφέρεται σε ονομασίες (identifiers), όπως και σε περιοχές της μνήμης
Ισοδύναμα
English
bound
Παραδείγματα
“ο χώρος είναι δεσμευμένος”
“είναι ο κύριος επενδυτής και έχει μεγάλα δεσμευμένα κεφάλαια”
“δεν θα μπορέσει να έρθει, είναι δεσμευμένος αλλού”
“η διεύθυνση είναι δεσμευμένη απέναντι στο συνδικάτο”
“είμαστε δεσμευμένοι στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών μας”
“κάθε γλώσσα προγραμματισμού χρησιμοποιεί έναν αριθμό δεσμευμένων λέξεων”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.