Meaning of ερωμένη | Babel Free
/e.ɾoˈme.ni/Ορισμοί
- πολυτονική γραφή του ερωμένη
- γυναικείο όνομα
- η γυναίκα που διατηρεί ερωτική σχέση, συνήθως με έγγαμμο
-
αυτή που διατηρεί παράνομη ή μη νομιμοποιημένη ερωτική σχέση με παντρεμένο especially
-
η αγαπημένη ενασχόληση κάποιου figuratively
Παραδείγματα
“※ Μοναδική του σύμμαχος η χυμώδης τηλεοπτική περσόνα και ερωμένη του υφυπουργού Οικονομικών Έλλη Καμπάνη που αλλάζει στρατόπεδο εν μία νυκτί με ένα και μόνο στόχο: ν’ αποδείξει πως η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται καυτό, σαν την ίδια. (Θάνος Δραγούμης, Εντιμότατα λαμόγια, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)”
“(μυθολογία) οι ερωμένες του Δία”
“≤ συνυπώνυμα: γκόμενα, μετρέσα, παλλακίδα, φιλενάδα”
“→ χρειάζεται παράθεμα”
“※ Αἱ γοητευτικαὶ ἐκφράσεις τῆς Σουλτανίτζας, ὁ σφοδρὸς ἔρως, ὑπὸ τοῦ ὁποίου ἐπίστευσεν ὁ Καλλίστρατος, ὅτι ἡ ἀξιέραστος αὕτη Δέσποινα καταφλέγεται δι' αὐτὸν, ἡ νομιζομένη ἀναξιοπάθεια, οἱ στεναγμοὶ καὶ ἐπὶ τέλους τὰ δάκρυα τῆς ἐρωμένης αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα ὁ Καλλίστρατος ἐφαντάζετο, ὅτι καὶ εἶδε καταῤῥέοντα, ταῦτα πάντα ἐξῆψαν ἐπὶ τοσοῦτον τὴν φαντασίαν καὶ φιλαυτίαν τοῦ υἱοῦ τοῦ Τραπεζουντίου ἀγωγιάτου (Ιάκωβος Γ. Πιτσιπίος, Ο Πίθηκος Ξουθ ή Τα ήθη του αιώνος, 1848)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.