Meaning of κώμα | Babel Free
/ˈko.ma/Ορισμοί
κατάσταση που οφείλεται σε παθολογικά αίτια και κατά την οποία κάποιος έχει απωλέσει τη δυνατότητα κίνησης, αίσθησης, συνείδησης κ.λπ.
Ισοδύναμα
English
Coma
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.