Meaning of κόμη | Babel Free
/ˈko.mi/Ορισμοί
-
το σύνολο της τριχοφυΐας στο άνω ραχιαίο, άνω πλευρικό και οπίσθιο μέρος του ανθρώπινου κεφαλιού formal
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κόμης accusative, genitive, singular, vocative
- γυναικείο επώνυμο
- το φύλλωμα ενός δέντρου
Ισοδύναμα
English
Coma
Παραδείγματα
“※ Διονύσιος Σολωμός, Ἡ καταστροφὴ τῶν Ψαρῶν Στῶν Ψαρῶν τὴν ὁλόμαυρη ράχη περπατώντας ἡ Δόξα μονάχη, μελετᾶ τὰ λαμπρὰ παλληκάρια, καὶ στὴν κόμη στεφάνη φορεῖ, καμωμένο ἀπὸ λίγα χορτάρια, ποὺ εἶχαν μείνει στὴν ἔρημη γῆ.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.